Σε Ευκλείδη Τσακαλώτο και Αλέξη Τσίπρα που μίλησαν για τον ρόλο του ΔΝΤ στην διαπραγμάτευση στην συζήτηση του προϋπολογισμού στη Βουλή, φαίνεται να απαντούν ο επικεφαλής οικονομολόγος του Ταμείου και ο διευθυντής Ευρώπης, Πολ Τόμσεν με κοινό τους κείμενο.
Σε αυτό τα δύο στελέχη του Ταμείου, μιλούν για “παραπληροφόρηση σχετικά με το ρόλο και τις απόψεις του ΔΝΤ”. Χαρακτηριστικά μάλιστα τονίζουν πως “το ΔΝΤ δεν απαιτεί περισσότερη λιτότητα”. Ομπστφελντ και Τόμσεν αναφέρουν ακόμα πως τα πλεονάσματα στα οποία συμφώνησε η ελληνική κυβέρνηση “θα φέρουν λιτότητα που θα εμποδίσει την εκκολαπτόμενη ανάκαμψη”.
Ολόκληρο το κείμενο των στελεχών του ΔΝΤ:
Η Ελλάδα βρίσκεται για μια ακόμη φορά στα πρωτοσέλιδα καθώς εντείνονται οι συζητήσεις για την δεύτερη αξιολόγηση του προγράμματος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ).
Δυστυχώς, οι συζητήσεις έχουν δημιουργήσει επίσης κάποια παραπληροφόρηση σχετικά με το ρόλο και τις απόψεις του ΔΝΤ. Το ΔΝΤ επικρίνεται κυρίως ότι απαιτεί περισσότερη δημοσιονομική λιτότητα, και συγκεκριμένα ότι το θέτει σαν προϋπόθεση για την ελάφρυνση του χρέους που χρειάζεται επειγόντως. Αυτό δεν είναι αλήθεια και πρέπει να γίνουν διευκρινήσεις.
Το ΔΝΤ δεν απαιτεί περισσότερη λιτότητα. Αντίθετα, όταν η Ελληνική Κυβέρνηση στο πλαίσιο του προγράμματος του ΕΜΣ συμφώνησε με τους Ευρωπαίους εταίρους της να σπρώξει την Ελληνική οικονομία προς ένα πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα 3,5 τοις εκατό μέχρι το 2018, προειδοποιήσαμε ότι αυτό θα δημιουργούσε έναν βαθμό λιτότητας που θα εμπόδιζε την εδραίωση της εκκολαπτόμενης ανάκαμψης. Προβλέψαμε ότι τα μέτρα του προγράμματος του ΕΜΣ θα απέδιδαν ένα πλεόνασμα μόλις 1,5 τοις εκατό του ΑΕΠ και αναφέραμε ότι αυτό θα μας αρκούσε για να στηρίξουμε ένα πρόγραμμα. Δεν ζητήσαμε πρόσθετα μέτρα για την επίτευξη μεγαλύτερου πλεονάσματος.
Όμως, αντίθετα προς τις συμβουλές μας, η Ελληνική Κυβέρνηση συμφώνησε με τους Ευρωπαϊκούς θεσμούς να συμπιέσει περαιτέρω τις δαπάνες προσωρινά, αν χρειάζονταν για να διασφαλιστεί ότι το πλεόνασμα θα έφτανε στο 3,5 τοις εκατό του ΑΕΠ.
Δεν έχουμε αλλάξει την άποψή μας ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται περισσότερη λιτότητα αυτή τη στιγμή. Οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι το ΔΝΤ είναι αυτό που ζητάει κάτι τέτοιο αντιστρέφει την αλήθεια. Κάνοντας τον Ελληνικό προϋπολογισμό πιο φιλικό προς στην ανάπτυξη και πιο δίκαιο Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να κάνει περισσότερα πράγματα από δημοσιονομικής πλευράς. Η Ελλάδα χρειάζεται ακόμη να μεταρρυθμίσει τη δομή των φόρων και των δαπανών της –τον τρόπο δηλαδή που η κυβέρνηση εισπράττει τα έσοδά της και σε τι τα ξοδεύει- γιατί αμφότεροι οι τομείς είναι κατά πολύ μη-φιλικοί προς την ανάπτυξη και τη δικαιότητα.
Όμως ο σκοπός των μέτρων που ζητάμε δεν είναι για τη δημιουργία περισσότερης λιτότητας ή μεγαλύτερου πρωτογενούς πλεονάσματος. Αντιθέτως, οι ωφέλειες από αυτές τις μεταρρυθμίσεις πρέπει να χρησιμοποιηθούν πλήρως για την αύξηση των δαπανών ή για την περικοπή φόρων ώστε να στηριχθεί η ανάπτυξη. Κατά τη γνώμη μας, μεταρρυθμίσεις σαν αυτές που προτείνουμε είναι απαραίτητες: δεν πιστεύουμε ότι η Ελλάδα μπορεί να φτάσει κοντά στη διατήρηση ακόμη και ενός ήπιου πρωτογενούς πλεονάσματος και στην επίτευξη του φιλόδοξου μακροπρόθεσμου αναπτυξιακού στόχου της χωρίς τη ριζική αναδιάρθρωση του δημόσιου τομέα. Αυτό δεν πρέπει –και δεν μπορεί- να γίνει αυθημερόν, όμως είναι πολύ σημαντικό να υιοθετηθεί τώρα ένα σχέδιο για να δημιουργηθεί μια δομή στα οικονομικά του δημοσίου, η οποία μεσοπρόθεσμα είναι πιο φιλική προς την ανάπτυξη και πιο δίκαιη.
Γιατί δεν είναι φιλικός προς την ανάπτυξη ο τρέχων προϋπολογισμός που έχει συμφωνηθεί; Αν και η Ελλάδα έχει αναλάβει μια τεράστια δημοσιονομική προσαρμογή, το έχει κάνει ολοένα και περισσότερο χωρίς να αντιμετωπίζει δύο σημαντικά προβλήματα –ένα καθεστώς φορολογίας εισοδήματος που εξαιρεί πάνω από τα μισά νοικοκυριά από οποιαδήποτε υποχρέωση (ο μέσος όρος στην υπόλοιπη Ευρωζώνη είναι 8 τοις εκατό), και ένα εξαιρετικά γενναιόδωρο συνταξιοδοτικό σύστημα που κοστίζει στον προϋπολογισμό σχεδόν 11 τοις εκατό του ΑΕΠ ετησίως (σε αντίθεση με τον μέσο όρο στην υπόλοιπη Ευρωζώνη που είναι 2¼ του ΑΕΠ).
Αντί να αντιμετωπίσει αυτά τα δύσκολα προβλήματα, η Ελλάδα προχώρησε σε βαθιές περικοπές στις επενδύσεις και στις αποκαλούμενες διακριτικές δαπάνες. Το έχει κάνει δε σε τέτοια έκταση που η φθίνουσα υποδομή εμποδίζει την ανάπτυξη, και η παροχή δημόσιων υπηρεσιών, όπως μεταφορές και ιατρική περίθαλψη, αντιμετωπίζει προβλήματα. Νομίζουμε ότι αυτές οι περικοπές έχουν ήδη πάει πολύ μακριά, όμως το πρόγραμμα του ΕΜΣ αναλαμβάνει ακόμη περισσότερες με την αύξηση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 3,5 του ΑΕΠ, που επιτυγχάνεται με περισσότερες περικοπές σε επενδύσεις και σε διακριτικές δαπάνες.
Ίσως, με Ηράκλεια προσπάθεια, η Ελλάδα θα μπορούσε βραχυπρόθεσμα να καταφέρει τις περικοπές δαπανών που χρειάζονται για να πετύχει ένα έλλειμμα 3,5 τοις εκατό του ΑΕΠ. Όμως, η εμπειρία έχει δείξει ότι αυτό δεν μπορεί να διατηρηθεί και δεν συμβαδίζει με τον φιλόδοξο μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό στόχο της Ελλάδας.
Η οικονομία της Ελλάδας χρειάζεται έναν εκτεταμένο εκσυγχρονισμό σε όλο της το φάσμα.
Πιο σημαντικά, η Ελλάδα δεν διαθέτει το είδος της αποζημίωσης της ανεργίας και άλλες καλά- στοχευμένες κοινωνικές παροχές που είναι συνηθισμένες σε άλλες χώρες της Ευρώπης, και που είναι πολύ σημαντικές για την ευρεία κοινωνική υποστήριξη σε μια σύγχρονη οικονομία προσανατολισμένη προς τις αγορές. Ένα σχετικό παράδειγμα είναι η διστακτικότητα της κυβέρνησης να άρει τους περιορισμούς στις συλλογικές απολύσεις που είναι μια αναχρονιστική απαίτηση που απαιτεί προέγκριση και που δεν υπάρχει στις περισσότερες άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Η διστακτικότητα της δεν οφείλεται στο γεγονός ότι οι περιορισμοί στις απολύσεις είναι καλή ιδέα αυτή καθαυτή, αλλά επειδή η Ελλάδα δεν διαθέτει επαρκή αποζημίωση της ανεργίας. Αντί να παρέχει υποστήριξη σε απολυμένους εργαζόμενους, αντ’ αυτού η κυβέρνηση περιορίζει τη δυνατότητα των εταιρειών να τους απολύσει.
Με απλά λόγια, η Ελλάδα δεν μπορεί να εκσυγχρονίσει την οικονομία της ενισχύοντας την χρηματοδότηση για υποδομές και για καλά- στοχευμένα κοινωνικά προγράμματα ενώ παράλληλα απαλλάσσει πάνω από τα μισά νοικοκυριά από τη φορολογία εισοδήματος, και καταβάλλοντας δημόσιες συντάξεις στα επίπεδα των πλέον πλούσιων Ευρωπαϊκών χωρών. Ένας δρόμος προς τα εμπρός όπου οι αριθμοί βγαίνουν Ποιες είναι οι παράμετροι για μια ελάφρυνση του χρέους; Το χρέος της Ελλάδας είναι κατά πολύ μη βιώσιμο, και όσες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και να γίνουν, το χρέος δεν θα ξαναγίνει βιώσιμο χωρίς σημαντική ελάφρυνση του χρέους.
Παρόμοια, καμία ποσότητα ελάφρυνσης του χρέους δεν θα επιτρέψει την Ελλάδα να επιστρέψει σε δυνατή ανάκαμψη χωρίς μεταρρυθμίσεις. Όμως, εφόσον όσο πιο ψηλό το πρωτογενές πλεόνασμα που διατηρεί η Ελλάδα, τόσο πιο χαμηλό το ποσό της ελάφρυνσης του χρέους για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητά του, το ερώτημα είναι πώς να κατανεμηθεί το βάρος μεταξύ της Ελλάδας και των εταίρων της. Εμείς αναφέραμε ότι ο στόχος του πρωτογενούς πλεονάσματος, που χρησιμοποιείται για τη ρύθμιση της ελάφρυνσης του χρέους, να τεθεί στο 1,5 τοις εκατό του ΑΕΠ.
Όμως, αναγνωρίζουμε ότι η διστακτικότητα των κρατών-μελών να το αποδεχτούν στηρίζεται στο γεγονός ότι ορισμένα από αυτά τα κράτη θα πρέπει τα ίδια να έχουν πρωτογενή πλεονάσματα υψηλότερα από αυτά που προτείνονται για την Ελλάδα, ενώ άλλα χορηγούν παροχές και φορολογικές απαλλαγές που είναι λιγότερο γενναιόδωρες από αυτές της Ελλάδας.
Η Ευρωζώνη δεν είμαι μια πλήρης πολιτική ένωση, και αντιλαμβανόμαστε ότι μια λύση θα πρέπει να είναι πολιτικά αποδεκτή από τα 19 κυρίαρχα κράτη-μέλη. Για το λόγο αυτό, ένας συμβιβασμός μεταξύ των Ελλήνων και των Ευρωπαίων εταίρων τους μπορεί να εμπεριέχει ένα υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα για κάποιο διάστημα, αν και αυτό δεν θα ήταν η πρώτη μας επιλογή. Όμως, ενώ βραχυπρόθεσμα μπορούμε να είμαστε ευέλικτοι για τον τρόπο κατανομής του βάρους μεταξύ των Ελλήνων και των Ευρωπαίων εταίρων τους, οι αριθμοί στη λύση πρέπει να βγαίνουν με τρόπο αξιόπιστο.
Έχοντας αναφέρει πιο πάνω ότι ακόμη και ένα πλεόνασμα της τάξης του 1,5% του ΑΕΠ δεν συμβαδίζει με ισχυρή ανάπτυξη χωρίς να γίνουν μεταρρυθμίσεις στο φορολογικό και στο συνταξιοδοτικό, ώστε να γίνει ο προϋπολογισμός πιο φιλικός προς την ανάπτυξη και πιο δίκαιος, θα πρέπει να είναι εμφανές ότι το σπρώξιμο του προϋπολογισμού προς ένα πλεόνασμα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ θα έχει ακόμη μεγαλύτερη αρνητική επίπτωση στην ανάπτυξη.
Βραχυπρόθεσμα, θα μειώσει τη ζήτηση –για το λόγο αυτό δεν θα προτείναμε σε καμία περίπτωση να αυξηθεί το πλεόνασμα πάνω από το 1,5% του ΑΕΠ μέχρι να εδραιωθεί καλύτερα η ανάπτυξη. Μεσοπρόθεσμα, θα επιβαρύνει την ανάπτυξη καθυστερώντας την έναρξη της απαραίτητης υλοποίησης ενός προϋπολογισμού που είναι πιο φιλικός προς την ανάπτυξη. Για το λόγο αυτό, μια ανοιχτή μακροπρόθεσμη δέσμευση για πολύ ψηλά πλεονάσματα απλά δεν είναι αξιόπιστη.
Επιπλέον, για λόγους αξιοπιστίας, είναι επίσης απαραίτητο να νομοθετηθούν εκ των προτέρων τα μέτρα που απαιτούνται για να σπρώξουν το πλεόνασμα πάνω από το 1,5% του ΑΕΠ για να μην υπάρξει καμία αμφιβολία για την πολιτική αποφασιστικότητα της Ελλάδας να ξεπεράσει την αντίσταση των κατεστημένων συμφερόντων που έχουν εμποδίσει την εφαρμογή του προγράμματος στο παρελθόν.
Εν κατακλείδι, το ΔΝΤ δεν είναι αυτό που απαιτεί περισσότερη λιτότητα, είτε τώρα, είτε σαν μέσο για να μειωθεί η ανάγκη για την ελάφρυνση του χρέους σε μεσοπρόθεσμη βάση. Για να είμαστε πιο ευθείς, αν η Ελλάδα συμφωνεί με τους Ευρωπαίους εταίρους της για φιλόδοξους δημοσιονομικούς στόχους, μην κατακρίνετε το ΔΝΤ ότι αυτό επιμένει για λιτότητα όταν ζητάμε να δούμε τα μέτρα που απαιτούνται για να κάνουν τέτοιους στόχους αξιόπιστους.
newsit.gr

















Νέα δημοσκόπηση δημοσιεύει το Πρώτο Θέμα. Πρόκειται για την μέτρηση της Marc που δίνει ποσοστό 15,1% στον ΣΥΡΙΖΑ και 30,5 στη ΝΔ.
Πρόκειται για διπλάσιο ποσοστό που φαίνεται πως παγιώνεται καθώς και η τελευταία έρευνα του Πανεπιστημίου Μακεδονίας κινούνταν στα επίπεδα αυτά.
Σύμφωνα με την ίδια δημοσκόπηση, η διαφορά μεγαλώνει σταθερά, κάτι που οφείλεται στην απευθείας μετακίνηση ψηφοφόρων από τον ΣΥΡΙΖΑ στη ΝΔ, ενώ πλέον 1 στους 2 πολίτες θέλει -για πρώτη φορά- κυβέρνηση με κορμό το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Επίσης, 59,3% των αναποφάσιστων που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ δεν επιστρέφει στο κόμμα, ενώ σε ποσοστό 65% οι ερωτηθέντες είπαν πως ήταν λάθος το ταξίδι του Αλέξη Τσίπρα στην Κούβα, προκειμένου να εκφωνήσει επικήδειο λόγο για τον ηγέτη της κουβανικής επανάστασης Φιντέλ Κάστρο. Σημαντικό είναι και το ότι ένα ποσοστό 67% από όσους ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ κρίνει αρνητικά την πορεία της κυβέρνησης.
Στο 17,9% η διαφοράΟσον αφορά στα άλλα κόμματα, η Χρυσή Αυγή διατηρεί σταθερά την τρίτη θέση με ποσοστό 6,74%, με το ίδιο ποσοστό όμως εμφανίζεται και το ΚΚΕ (6,74% δηλαδή), ενώ η Δημοκρατική Συμπαράταξη συγκεντρώνει ποσοστό 5,26%.
Πάντως, διαφορά 17,9 ποσοσταίων μονάδων δίνει στη Νέα Δημοκρατία, έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, και άλλη δημοσκόπηση, της εταιρείας TO THE POINT αυτή τη φορά, που δημοσιεύεται στην «Μακεδονία της Κυριακής».
Σύμφωνα με αυτή τη δημοσκόπηση, η ΝΔ λαμβάνει στην πρόθεση ψήφου 37,9%, ο ΣΥΡΙΖΑ 20%, η Χρυσή Αυγή 9,9%, το ΚΚΕ 7,3%, η ΔΗ.ΣΥ.(ΠΑΣΟΚ) 4,7%, η Ενωση Κεντρώων 3,5%, το Ποτάμι 2,7% και οι ΑΝΕΛ 1,9%.
H δημοσκόπηση έγινε στις 4 περιφέρειες της Βόρειας Ελλάδας (Θράκης-Ανατολικής Μακεδονίας, Κεντρικής Μακεδονίας, Δυτικής Μακεδονίας και Ηπείρου).

Ας δούμε τα πράγματα ψύχραιμα και καθαρά για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι σημαίνουν οι δύο εξαγγελίες Τσίπρα.
Όσον αφορά στα 617 εκατομμύρια που διανεμήθηκαν στους χαμηλοσυνταξιούχους, η υπόθεση δεν έχει σε πρώτο επίπεδο καμία συγκρουσιακή υφή με τους Θεσμούς, παρότι ενδέχεται να εκληφθεί ως τέτοια.
Κι΄ αυτό γιατί πολύ απλά, η συμφωνία προβλέπει πως όταν υπάρχει υπεραπόδοση και ξεπερνιούνται οι στόχοι, ένα μέρος του πλεονάσματος μπορεί να διατεθεί για κοινωνικούς σκοπούς.
Επίσης, η τωρινή διανομή των 617 εκατομμυρίων θα έπρεπε να γίνει το αργότερο μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου, γιατί αλλιώς τα χρήματα θα πήγαιναν στο χρέος, δηλαδή στους πιστωτές.
Η υπόθεση του ΦΠΑ στα νησιά είναι διαφορετικής φύσης ζήτημα. Πρόκειται για άρνηση εφαρμογής συμφωνημένων και είναι πολύ πιθανό να δημιουργηθεί πρόβλημα και αυτό δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από την απαίτηση των Θεσμών για ισοδύναμα μέτρα.
Η ενέργεια του πρωθυπουργού βεβαίως, κρύβει μηνύματα τόσο προς το εσωτερικό, όσο και προς το εξωτερικό.
Στο εσωτερικό της χώρας, σε πρώτο επίπεδο, επιχειρείται να σταλεί ένα μήνυμα το οποίο ταιριάζει με την κυβερνητική ρητορική, η οποία εντάθηκε τις τελευταίες ημέρες και σύμφωνα με την οποία εκείνοι που θα επωφεληθούν πρώτοι από τα θετικά αποτελέσματα της οικονομίας, όποτε αυτά έλθουν, θα είναι όσοι έχουν υποστεί τις μεγαλύτερες συνέπειες της κρίσης και είναι οι πλέον αδύναμοι πολίτες.
Αν σκεφτεί κανείς ότι το μήνυμα το λαμβάνουν και ...υλικά 1.600.000 συνταξιούχοι, γίνεται αντιληπτό ότι απευθύνεται σε πολύ μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, άρα έχει και μία πολιτική διάσταση, η οποία σε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης, ενδέχεται να φτάνει μέχρι και να χαρακτηριστεί ακόμα και προεκλογικό μέτρο, διότι αν δεν κλείσει η αξιολόγηση, η χώρα θα οδηγηθεί σε εκλογές, αφού η κυβέρνηση δεν αντέχει τέταρτο μνημόνιο.
Το “πάγωμα” της αύξησης του ΦΠΑ είναι μία ενέργεια που απευθύνεται κυρίως προς τους Θεσμούς στέλνοντας το μήνυμα ότι δεν πρόκειται να γίνουν δεκτά μέτρα, που θεωρούνται παράλογα, όπως τα πλεονάσματα 3,5%, πράγμα που σημαίνει περαιτέρω σκλήρυνση της στάσης της κυβέρνησης. Σκοπός αυτής, λένε στου Μαξίμου, είναι η αξιοποίηση της αβεβαιότητας που υπάρχει στην Ευρώπη μετά το ιταλικό δημοψήφισμα και η κλιμάκωση της επιχείρησης απομόνωσης του Σόιμπλε και του Τόμσεν από εκείνους τους Ευρωπαίους (στο τελευταίο Eurogroup ήταν περισσότεροι οι Ευρωπαίοι υπουργοί Οικονομικών που διαφώνησαν με τον Σόιμπλε), που εκτιμούν ότι τυχόν εκλογές στην Ελλάδα, θα προκαλέσουν περαιτέρω αστάθεια στην Ευρώπη. Μάλιστα ορισμένοι εξ΄ αυτών, με δεδομένες τις επερχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις στη γηραιά ήπειρο, θεωρούν πιθανό το ενδεχόμενο αναζωπύρωσης της κρίσης .
Από την εξαγγελία Τσίπρα, την επίθεση Αχτσιόγλου στην αρμόδια για τα εργασιακά επίτροπο κατά τη χτεσινή συνεδρίαση του συμβουλίου υπουργών Εργασίας, τις επαναλαμβανόμενες δηλώσεις Τζανακόπουλου για άρνηση λήψης πρόσθετων μέτρων και τις δηλώσεις Τσακαλώτου για τα πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% μετά το 2018, γίνεται αντιληπτό πως η ελληνική πλευρά κλιμακώνει τη ρητορική της αντίθεσης με τους Θεσμούς και ιδίως το ΔΝΤ.
Κι΄ αυτό, γιατί, εκτός των άλλων, εκτιμάται ότι υπάρχει μία μερίδα του εκλογικού σώματος η οποία βλέπει με καλό μάτι την τήρηση σκληρής στάσης, ενώ ο συνδυασμός με την παροχή στους χαμηλοσυνταξιούχους, κρίνεται ως ένα καλό χαρτί, για την περίπτωση που δεν κλείσει η αξιολόγηση και πάμε σε εκλογές.
newsit.gr
«Παγωμένοι» εμφανίζονται οι θεσμοί μετά τις χθεσινοβραδινές εξαγγελίες Τσίπρα, πριν ακόμα αποκρυσταλλωθούν οι αποφάσεις και τα συμπεράσματα του Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου ενώ σύμφωνα με τους πρώτους υπολογισμούς οι εξαγγελίες αυτές θα κοστίσουν περί τα 700 εκατ. ευρώ στον Προϋπολογισμό του 2016.
Ήδη από τις 21 Νοεμβρίου όταν και κατέθεσε η κυβέρνηση στην Βουλή τον Προϋπολογισμό 2017 είχε καταστήσει σαφή την πρόθεσή της για χορήγηση κοινωνικού μερίσματος, εφόσον επιβεβαιωνόταν η εκτίμησή της ότι το πρωτογενές πλεόνασμα εφέτος θα φτάσει στο 1,09% του ΑΕΠ.
«Λόγω της υπέρβασης του στόχου θα εξεταστεί άμεσα η δυνατότητα εφάπαξ διάθεσης μέρους της υπέρβασης σε δράσεις για την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής και προστασίας», σημειώνει χαρακτηριστικά για το θέμα ο προϋπολογισμός που αναμένεται να ψηφιστεί αύριο από την Βουλή.
Κατά την τελευταία επίσκεψη των θεσμών στην Αθήνα, η οποία συνέπεσε με την κατάθεση του τελικού σχεδίου του προϋπολογισμού στη Βουλή, οι επικεφαλής των κλιμακίων των ΔΝΤ, ΕΕ, ΕΚΤ και ESM είχαν ενημερωθεί για την πρόθεση της κυβέρνησης να δώσει εντός του 2016, μέρος του πρωτογενούς πλεονάσματος του 2016 ως εφάπαξ κοινωνική παροχή.
Οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί είχαν τότε καταστήσει σαφές πως θα προτιμούσαν το κοινωνικό μέρισμα να δινόταν εφόσον τεκμηριων όταν επισήμως πως η υπεραπόδοση στον προϋπολογισμό είναι «διατηρήσιμη και μόνιμου χαρακτήρα». Αλλά αυτό θα απαιτούσε να παρέλθει ο Απρίλιος του 2017, κάτι που η κυβέρνηση δεν δέχθηκε, καθώς η παροχή θα περνούσε στο επόμενο έτος που ο στόχος για το πλεόνασμα είναι πολύ υψηλότερος και η κάθε δαπάνη έχει βαρύνουσα σημασία.
Όπως μεταφέρουν αρμόδιες πηγές η εντύπωση που είχε δοθεί στους θεσμούς ήταν πως το κοινωνικό μέρισμα θα ήταν της τάξης των 300 εκατ. ευρώ, ωστόσο τελικά ξεπερνά τα 700 εκατ. ευρώ. Σημειώνεται πως το κοινωνικό μέρισμα που θα καταβληθεί ως 13η σύνταξη σε 1,6 εκατομμύρια συνταξιούχους που λαμβάνουν μηνιαία σύνταξη χαμηλότερη των 850 ευρώ θα κοστίσει 617 εκατ. ευρώ, ενώ η αναστολή της αύξησης 30% του ΦΠΑ σε Λέσβο , Χίο, Σάμο ,Κως και τα νησιά της άγονης γραμμής θα κοστίσει περίπου 80 εκατ. ευρώ.
Αλλά η 13η σύνταξη και το πάγωμα της αύξησης του ΦΠΑ στα νησιά της άγονης γραμμής δεν είναι οι μοναδικές παροχές που θα βαρύνουν τον εφετινό Προϋπολογισμό. Συγκεκριμένα έχουν προβλεφθεί πιστώσεις για τα έτη 2016 και 2017 με σκοπό την εφαρμογή των παρακάτω αντισταθμιστικών μέτρων προς τους δικαιούχους:
– Πλήρης απαλλαγή από τη φαρμακευτική δαπάνη σε όσους δικαιούχους απώλεσαν την παροχή.
-Έκτακτη μηνιαία οικονομική ενίσχυση ισόποση με την παροχή που καταργήθηκε σε πρώην δικαιούχους με ποσοστό αναπηρίας άνω του 80%.
-Έκτακτη μηνιαία οικονομική ενίσχυση στο/στη σύζυγο με το μικρότερο ατομικό εισόδημα σε περίπτωση απώλειας του ΕΚΑΣ και από τους δύο συζύγους.
– Απαλλαγή από την καταβολή εισφοράς υγειονομικής περίθαλψης σε όσους απώλεσαν παροχή ΕΚΑΣ άνω των 30 ευρώ μηνιαίως.
– Χορήγηση μηνιαίας προπληρωμένης κάρτας σε συνταξιούχους που απώλεσαν παροχή ποσού 115 ευρώ μηνιαίως και άνω ισόποσης με το ποσό που αντιστοιχεί στο 30% της απώλειας.
Πηγή insider.gr