Αντισυνταγματικές κρίθηκαν από την Ολομέλεια του Αρείου Πάγου οι μισθολογικές περικοπές των γιατρών του ΕΣΥ που έγιναν σύμφωνα με τον μνημονιακό νόμο 4093/2012. Κατά συνέπεια οι γιατροί του ΕΣΥ θα λάβουν αναδρομικά της τελευταίας πενταετίας περίπου από 40.000 έως 60.000 ευρώ ο καθένας.
Ειδικότερα, με την 3/2022 απόφασή της η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε οριστικά ότι παράνομα καταβάλλονταν μειωμένες οι αποδοχές στους ιατρούς ΕΣΥ (Πρωτοβάθμια Υγεία) λόγω των περικοπών που επέβαλε ο νόμος 4093/2012 (έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016).
Το σκεπτικό της απόφασης
Οι αρεοπαγίτες έκριναν ότι ο νόμος 4093/2012 δεν είναι σύμφωνος με το Σύνταγμα και επομένως δεν πρέπει να εφαρμοσθεί, γιατί:
α) Δεν προέβη σε «εκτιμήσεις για τις επιπτώσεις από τις εν λόγω μειώσεις», ούτε «αν το αναμενόμενο οικονομικό όφελος που θα προκύψει από τις μειώσεις είναι μικρότερο ή μεγαλύτερο από τις επιπτώσεις των μειώσεων». Δηλαδή νομοθετήθηκαν μειώσεις που μπορούσαν να προκαλέσουν συνολικά ζημία αντί για όφελος και πιθανότατα προκάλεσαν ζημία.
β) Δεν εξετάστηκε από το νόμο «αν θα μπορούσαν να ληφθούν άλλα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος» ως προς τη μείωση των δημοσίων δαπανών, αλλά με μικρότερο κόστος για τους γιατρούς του ΕΣΥ.
γ) Δεν εξετάστηκε αν οι αποδοχές των γιατρών του ΕΣΥ παραμένουν μετά τις νέες μειώσεις επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσής τους και ανάλογες της αποστολής που τους έχει ανατεθεί με το άρθρο 5 παρ. 5 του Συντάγματος.
Όπως είναι γνωστό, τα δικαστήρια ουσίας επιδίκασαν και επιδικάζουν μεικτές μηνιαίες διαφορές περίπου 1.000 ευρώ. Τα επιδικασθέντα ποσά ανέρχονταν, όταν οι διαφορές αφορούν 4 ή και 5 έτη, σε συνολικά μεικτά ποσά μέχρι 50.000 ή και 60.000 ευρώ.
Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου απέρριψε την αναίρεση της πρώτης ΔΥΠΕ και στην πράξη επικύρωσε όλες τις αποφάσεις των δικαστηρίων της ουσίας, επί αγωγών που κατέθεσε και υποστήριξε η δικηγορική εταιρεία «Γιάννης Τουτζιαράκης και Συνεργάτες».
Ο κ. Τουτζιαράκης σε δήλωσή του επισημαίνει:
«Οι λόγοι για τους οποίους όλα τα ανώτατα δικαστήρια έκριναν τις διατάξεις και τις περικοπές του νόμου 4093/2012 ως αντίθετες με το Σύνταγμα και μη εφαρμοστέες, αποτελούν προπατορικό και υπερκομματικό αμάρτημα και βαραίνουν και το ισχύον μισθολόγιο του νόμου 4472/2017.
Και το ισχύον μισθολόγιο καταλήγει σε καθαρές αμοιβές των ιατρών ΕΣΥ ίδιες ή και μικρότερες, χωρίς να έχει υπάρξει συμμόρφωση προς τις υποδείξεις όλων των ανώτατων δικαστηρίων της χώρας.
Χωρίς δηλαδή να υπάρξει σοβαρή εκτίμηση αν οι επιπτώσεις από το μειωμένο επίπεδο μισθών επιφέρουν τελικά οικονομική ζημία αντί για όφελος ή αν οι μη επαρκείς αποδοχές οδηγούν σε υπονόμευση της συνταγματικής υποχρέωσης να εξασφαλίζεται η παροχή υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου (ΣτΕ 3802/2014, Ολομέλεια, 9/2016 και 2381/2016)».
Τέλος, αναμένεται η κρίση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς τη συνταγματικότητα του ισχύοντος ν. 4472/2017 (εκδικάσθηκε την 15.1.2021), ενώ έχει ήδη αποφανθεί σειρά πολιτικών δικαστηρίων της ουσίας, τα οποία έκαναν και συνεχίζουν να κάνουν δεκτές τις αντίστοιχες αγωγές που στρέφονται πλέον κατά της συνταγματικότητας και του ισχύοντος νόμου.
Εκτός της 54χρονης εισαγγελέως Πρωτοδικών οι ανώτατοι δικαστές απέλυσαν ακόμα μία δικαστή, επίσης με μεγάλες καθυστερήσεις στην έκδοση αποφάσεων.
Σε μία τρίτη δικαστή, πρόεδρο Πρωτοδικών, επιβλήθηκε προσωρινή παύση 6 μηνών από τα καθήκοντά της.
Τους τελευταίους μήνες συνολικά 15 δικαστικοί λειτουργοί κρίθηκαν ανεπαρκείς υπηρεσιακά και απολύθηκαν.
Η εισαγγελέας της Κέρκυρας
Η εισαγγελέας της Κέρκυρας όταν κλήθηκε από την προϊσταμένη του Πρωτοδικείου να επιστρέψει τις εκκρεμείς υποθέσεις ώστε να χρεωθούν σε άλλο συνάδελφό της, καθώς υπήρχε κίνδυνος ακόμα και παραγραφής, αρνήθηκε ότι τις είχε.
Αργότερα, περίπου 1.800 δικογραφίες βρέθηκαν στο σπίτι της, οι 324 κατασχέθηκαν σε φιλικό της σπίτι, άλλες 626 βρέθηκαν σε άλλο φιλικό της σπίτι και κατασχέθηκαν, ενώ 31 δικογραφίες ήταν ενσωματωμένες μέσα σε άλλες δικογραφίες.
Σε βάρος έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κατάχρηση εξουσίας και υπεξαίρεση δημοσίων εγγράφων.
Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλης Πλιώτας τόνισε στην Ολομέλεια ότι η συμπεριφορά της εισαγγελέως Πρωτοδικών έχει μοναδικότητα και αποτελεί μια θλιβερή κατάσταση που έθιξε το κύρος της Δικαιοσύνης. Παράλληλα, εξέφρασε τα ερωτήματα πώς είναι δυνατόν να παρέμεινε στην Κέρκυρα επί 18 ολόκληρα χρόνια (2002 έως 2020), αλλά και γιατί δεν γινόταν ενημέρωση των βιβλίων της γραμματείας για τις καταθέσεις μηνύσεων και άλλων ένδικων μέσων, όπως και την πορεία των υποθέσεων.
Ομόφωνα η Πειθαρχική Ολομέλεια όχι μόνο την απέλυσε οριστικά, λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας αλλά δεν της έδωσε τη δυνατότητα να εργαστεί σε άλλη θέση του Δημοσίου τομέα.
Πηγή real.gr
Την παρέμβαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πλιώτα, προκάλεσε ο «υπερβολικά μεγάλος αριθμός πυρκαγιών, ασυνήθους έντασης και έκτασης, που εκδηλώθηκαν κατά τις τελευταίες ημέρες». Ο Άρειος Πάγος ζητά έρευνα για οργανωμένο σχέδιο εμπρησμών από εγκληματική οργάνωση, αναφορικά με τις φωτιές των τελευταίων ημερών στη χώρα μας.
Συγκεκριμένα, ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός με παραγγελία του προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών (Εποπτεύουσα τη Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής σε θέματα οργανωμένου εγκλήματος) και τον Διευθυντή Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής ζητεί να συγκεντρώνονται «όλα τα κρίσιμα στοιχεία που παρέχουν ενδείξεις για ύπαρξη οργανωμένου σχεδίου και κεντρικού σχεδιασμού για ενιαία δράση εμπρηστών-μελών εγκληματικής οργάνωσης, δηλαδή για τέλεση του κακουργήματος του άρθρου 187 παρ. 1 και 2 ΠΚ: συγκρότηση-ένταξη και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης που επιδιώκει την τέλεση κακουργημάτων εμπρησμού σε δάση και κοινών κακουργημάτων εμπρησμού (άρθρα 264 παρ. 1 και 265 παρ. 1 στοιχ. β, γ ΠΚ). Είναι αυτονόητο ότι πρέπει να ενεργοποιηθεί, σε όλο το εύρος του, το ποινικό δικονομικό οπλοστάσιο (άρση τηλεφωνικού απορρήτου, διενέργεια, ερευνών, ειδικών ανακριτικών πράξεων κ.λπ) για να ελεγχθεί και να αξιοποιηθεί κάθε χρήσιμη σχετική πληροφορία».
Ολόκληρη η παραγγελία έχει ως εξής:
Π ρ ο ς τους κ.κ.:
1) Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών (Εποπτεύουσα τη Διεύθυνση Ασφαλείας Αττικής σε θέματα οργανωμένου εγκλήματος)
2) Διευθυντή Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής
Κοιν.: 1) Διευθυντή Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Εγκλημάτων
2) Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου κ. Λάμπρο Σοφουλάκη
Ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός πυρκαγιών, ασυνήθους έντασης και έκτασης, που εκδηλώθηκαν κατά τις τελευταίες ημέρες, με συνέπεια να προκληθούν ανυπολόγιστες ζημίες στο φυσικό περιβάλλον (και ιδίως στο δασικό πλούτο της χώρας), σε κτίρια, εγκαταστάσεις, σε αγροτικές εκτάσεις και καλλιέργειες και σε τουριστικές υποδομές, με κίνδυνο μάλιστα για τη ζωή μεγάλου αριθμού συνανθρώπων μας, καθώς και ο «συγχρονισμός» στην εκδήλωσή τους, δημιουργούν εύλογες υπόνοιες για σκόπιμη οργανωμένη εγκληματική δραστηριότητα και όχι μόνο για απλό, τυχαίο φαινόμενο σύμπτωσης περιστατικών αμελούς συμπεριφοράς.
Κατόπιν τούτου, παρακαλούμε, στο πλαίσιο της αυτεπάγγελτης προανάκρισης κατά το άρθρο 245 παρ. 2 ΚΠΔ, παράλληλα βεβαίως και ανεξάρτητα από τον σχηματισμό των επί μέρους (κατά τόπο) δικογραφιών από τις δικαστικές αρχές και τους ανακριτικούς υπαλλήλους του Πυροσβεστικού Σώματος, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού Π.Σ., να συγκεντρώσετε όλα τα κρίσιμα στοιχεία που παρέχουν ενδείξεις για ύπαρξη οργανωμένου σχεδίου και κεντρικού σχεδιασμού για ενιαία δράση εμπρηστών-μελών εγκληματικής οργάνωσης, δηλαδή για τέλεση του κακουργήματος του άρθρου 187 παρ. 1 και 2 ΠΚ: συγκρότηση-ένταξη και διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης που επιδιώκει την τέλεση κακουργημάτων εμπρησμού σε δάση και κοινών κακουργημάτων εμπρησμού (άρθρα 264 παρ. 1 και 265 παρ. 1 στοιχ. β, γ ΠΚ). Είναι αυτονόητο ότι πρέπει να ενεργοποιηθεί, σε όλο το εύρος του, το ποινικό δικονομικό οπλοστάσιο (άρση τηλεφωνικού απορρήτου, διενέργεια, ερευνών, ειδικών ανακριτικών πράξεων κ.λπ) για να ελεγχθεί και να αξιοποιηθεί κάθε χρήσιμη σχετική πληροφορία.
Για την πρόοδο της προανάκρισης κατά το σχηματισμό της συναφούς ποινικής δικογραφίας, η Εποπτεύουσα Εισαγγελέας Εφετών θα ενημερώνει τον αρμόδιο Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Λάμπρο Σοφουλάκη.
Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Βασίλειος Η. Πλιώτας
Πλήρη τα δεδουλευμένα τους δικαιούνται οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα με κάθε μορφής σύμβαση εργασίας (έργου, ορισμένου χρόνου, stage, κ.λπ.) ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες που οι συμβάσεις τους είναι άκυρες.
Την απόφαση έλαβε η Πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, που επιλήφθηκε του θέματος, λόγω των αντιθέτων αποφάσεων που είχαν εκδοθεί από τα δικαστήρια της χώρας, αλλά και από τα δύο Εργατικά Τμήματα του Αρείου Πάγου.
Με την απόφαση αυτή, ανοίγει ένας κύκλος νέων αγωγών εργαζομένων που μπορούν να διεκδικήσουν τις αποδοχές που δεν τους καταβλήθηκαν, δηλαδή τα δεδουλευμένα τους.
Η Πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την υπ’ αριθμ. 4/2021 απόφασή της, έκρινε ότι κατά την ορθή έννοια του νόμου, σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας, αλλά και γενικότερα σύμβασης παροχής υπηρεσιών (συμβάσεις έργου, ορισμένου χρόνου, stage, κ.λπ.), ο πλουτισμός του εργοδότη συνίσταται σε αυτήν καθ’ εαυτήν την εργασία που ο εργοδότης έλαβε και η οποία ενσωματώθηκε στην υπάρχουσα περιουσία του, από την οποία και δεν μπορεί πλέον να αποχωρισθεί.
Και ο πλουτισμός αυτός υπάρχει, σύμφωνα με τους αρεοπαγίτες, ανεξαρτήτως του αν η σύμβαση είναι έγκυρη ή άκυρη: Εφόσον η σύμβαση είναι έγκυρη, ο εργαζόμενος θα λάβει ό,τι προβλέπει η σύμβασή του, αρκεί ο μισθός του να μην υπολείπεται του νομίμου. Αν όμως η σύμβαση είναι άκυρη, αυτό δεν σημαίνει ότι ο εργοδότης επιτρέπεται να πλουτίσει αδικαιολόγητα σε βάρος του εργαζομένου. Ο εργαζόμενος στην περίπτωση αυτή, θα λάβει την αμοιβή την οποία θα κατέβαλλε αναγκαστικά ο εργοδότης για την ίδια εργασία σε άλλο πρόσωπο με τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα του απασχοληθέντος, με έγκυρη σύμβαση εργασίας.
Και η αμοιβή αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και διαιτητικές αποφάσεις ή, αν δεν υπάρχουν τέτοιες, η αμοιβή που στη συγκεκριμένη περίπτωση αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλον εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας.
Το αν θα απασχολούσε ή θα μπορούσε νομίμως να απασχολήσει άλλον εργαζόμενο ή όχι δεν ενδιαφέρει κανέναν, αφού ο εργοδότης έλαβε την εργασία, η οποία έχει περιουσιακή αξία και εντάχθηκε στην περιουσία του. Τον πλουτισμό αυτόν ο εργοδότης –ακόμη και αν εργοδότης είναι το Δημόσιο ή άλλος φορέας του Δημόσιου τομέα– οφείλει να τον επιστρέψει στον εργαζόμενο.
Όπως υπογραμμίζει η Ολομέλεια, οι περιορισμοί και οι απαγορεύσεις που προβλέπει το Σύνταγμα και ο νόμος για τις προσλήψεις στο Δημόσιο (άρθρο 103 Συντάγματος και ο Ν. 2190/1994) δεν αποκλείουν το γεγονός ότι ο εργοδότης ωφελήθηκε από την εργασία, αλλά ούτε αποτελούν δικαιολογία για να διατηρήσει το Δημόσιο την ωφέλεια που απέκτησε από την παρασχεθείσα εργασία του εργαζομένου. Αντίθετα, το γεγονός ότι η πρόσληψη δεν συμμορφώθηκε με τις απαιτήσεις των επίμαχων αυτών νομοθετικών διατάξεων αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή των κανόνων για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Τι συνέβη στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου
Η υπόθεση που κρίθηκε από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (Πρόεδρος η Αγγελική Αλειφεροπούλου και εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη) αφορούσε εργαζομένους στο Γενικό Νοσοκομείο Βόλου, οι οποίοι εμφανίζονταν προσχηματικά ως μαθητευόμενοι (stagiers) ενώ στην πραγματικότητα –όπως είχε κρίνει εξάλλου και το Εφετείο Λάρισας– παρείχαν επί πολλά χρόνια κανονικά την εργασία τους όπως και υπόλοιποι συνάδελφοί τους που απασχολούνταν με (έγκυρη) σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.
Την υπόθεση αυτή από την πλευρά των εργαζομένων χειρίσθηκαν ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Δημήτριος Βερβεσός και οι Δικηγόροι Διονύσης Καλαματιανός και Δημήτριος Βασιλείου. Επί του επίμαχου θέματος είχε γνωμοδοτήσει θετικά υπέρ των εργαζομένων ο Καθηγητής Εργατικού Δικαίου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Δημήτρης Ζερδελής.
«Ορθά η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επισήμανε στην απόφασή της ότι το να πληρώνονται οι εργαζόμενοι κανονικά για όσο χρόνο εργάσθηκαν αποτελεί στοιχειώδη κανόνα που απορρέει από τις θεμελιώδεις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας. Το να αρνείται ο εργοδότης, με διάφορα προσχήματα, να καταβάλλει ό,τι θα κατέβαλλε κανονικά σε οποιονδήποτε άλλον εργαζόμενο για την εκτέλεση μιας εργασίαςαποτελεί μία από τις χειρότερες μορφές εκμετάλλευσης. Δυστυχώς τέτοιες πρακτικές δεν ήσαν άγνωστες μέχρι σήμερα ούτε στον δημόσιο τομέα. Σήμερα ο Άρειος Πάγος έθεσε φραγμό σε παρόμοιες πρακτικές. Βεβαίως, η ανάγκη τήρησης της νομιμότητας είναι αυτονόητη. Η ανάγκη όμως αυτή δεν μπορείνα χρησιμεύει ως πρόσχημα για να πλουτίζει ο εργοδότης αδικαιολόγητα σε βάρος του εργαζομένου, ακόμη και όταν εργοδότης είναι το Δημόσιο» τονίζει σε δήλωση του ο Δημ. Βερβεσός.https://www.newsit.gr/ellada/areios-pagos-oi-ergazomenoi-sto-dimosio-dikaiountai-dedouleymena-se-akyri-symvasi-ergasias/3315984/